σαράκι

το, Ν
1. σκουλήκι που ανοίγει τρύπες στα ξύλα και τά καταστρέφει, σάρακας
2. μτφ. α) μτφ. αρρώστια που αναπτύσσεται μέσα στον οργανισμό τού ανθρώπου χωρίς εξωτερικά συμπτώματα
β) η θλίψη που νιώθει κάποιος χωρίς να τήν εκδηλώνει αλλά και η φθορά που οφείλεται σε αυτήν τη θλίψη («τήν έφαγε το σαράκι για τον ξενητεμένο γιο της»)
γ) ενοχές ατόμου για πράξη που τό ταλαιπωρεί ψυχικά και την οποία δεν αναφέρει σε κανέναν, μαράζι («τόσα χρόνια τόν τρώει το σαράκι»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < *σαράκι-ον, υποκορ. τού σάραξ «σκόρος»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαράκι — [сараки] ουσ. о. древоточец (насекомое) …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σαρακιάζω — Ν [σαράκι] (αμτβ.) 1. (για ξύλο) τρώγομαι από σαράκι 2. μτφ. υποφέρω ψυχικά από μια αιτία που είναι άγνωστη στους άλλους, φθείρομαι, μαραζώνω 3. (η μτχ. παθ. παρακμ.) σαρακιασμένος, η, ο σαρακοφαγωμένος …   Dictionary of Greek

  • σαρακοφάγωμα — το, Ν διάβρωση, καταστροφή τού ξύλου από σαράκι, σαράκιασμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σαράκι + φάγωμα] …   Dictionary of Greek

  • σαρακοφαγωμένος — η, ο, Ν διαβρωμένος, φαγωμένος από το σαράκι («σαρακοφαγωμένα ξύλα»). [ΕΤΥΜΟΛ. < σαράκι + φαγωμένος (πρβλ. ποντικο φαγωμένος)] …   Dictionary of Greek

  • σάρακας — σάρακας, ο και σαράκι, το 1. σκουλήκι που τρώει τα ξύλα. 2. μτφ., εσωτερικός πόνος, θλίψη: Τον τρώει το σαράκι. 3. ύπουλη αρρώστια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Lipsi (Insel) — Gemeinde Lipsi Δήμος Λειψών (Λειψοί) …   Deutsch Wikipedia

  • Liste der Dodekanes-Inseln —  Karte mit allen Koordinaten: OSM, Google oder …   Deutsch Wikipedia

  • αθριπήδεστος — ἀθριπήδεστος, ον (Α) ο μη σκωληκόβρωτος, αυτός που δεν έχει φαγωθεί από σκουλήκια. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + θριπ , θ. του θρίψ θριπός, ο (= σκουλήκι που τρώει το ξύλο, το σαράκι) + ἐδεστός, ρημ. επίθ. του ρ. ἔδω «τρώω», με έκταση του ε σε η (… …   Dictionary of Greek

  • δηξ — δήξ (δηκός), ο (Α) σκουλήκι που καταστρέφει τα ξύλα, σαράκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δηκ τού μέλλ. δήξομαι τού ρ. δάκνω* κατά το σφήξ κ.ά.] …   Dictionary of Greek

  • θιπόβρωτος — και θριπόβρωτος θιπόβρωτος και θριπόβρωτος, ον (Α) (κατά τον Ησύχ.) «ὁ ὑπὸ σητῶν βεβρωμένος», σκωροφαγωμένος. [ΕΤΥΜΟΛ. θριπόβρωτος < θριψ, πός «σαράκι» + βρωτος (< βι βρώ σκω), πρβλ. ιχθυό βρωτος, φθειρό βρωτος. Ο τ. θιπόβρωτος με… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.